Accueil La SAT Notre staff Nos projets Les auteurs Les postes Wallpapers

LE JOURNAL D'UNE TEAM IMPOSSIBLE

Historie #20

Écrite par : Kit • Catégorie(s) : Historie • Postée le 23/06/2014 10:07 pm


κενός, ή, όν, Ion. and poet. κεινός Il.3.376, 4.181, 11.160, 15.453, Pi.O.2.65, 3.45, Hdt.1.73, al.; Ep. also κενεός, as always in Hom. (exc. in Il.ll.cc., and κενός Od.22.249 (s.v.l., fort. κενέ’ εὔγματα or κείν’ εὔγματα)), also Hp.Aph.7.24, Meliss.7, Timo 20.2 (Comp.), and in Dor., IG42(1).121.73 (Epid., iv B.C.); Aeol. κέννος, acc. to Greg. Cor.p.610 S.: Sup. κεννότατος Sch.Tz.in An.Ox.3.356.18; but οἱ Αἰολεῖς . . οὐ λέγουσι κέννος Choerob.in An.Ox.2.242, cf. Hdn.Gr.2.302, and the true Aeol. is prob. κένος or κένεος, from *κενϜος, κενεϜος, cf. Cypr. κενευϜός Schwyzer683.4.

I. mostly of things, empty, opp. πλέως, Ar.Eq.280; opp. πλήρης, Id.Nu.1054; opp. μεστός, Diph.12; κενεὰς σὺν χεῖρας ἔχοντες Od.10.42; νοστήσαντας κεινῇσι χερσί Hdt.1.73; κεναῖς χερσίν Pl.Lg.796b (v. infr. II.2); τὸ κ. (sc. τάλαντον) the empty one, Ar.Fr.488.5; κ. οἴκησις S.Ph.31; γῆ Id.OT55; εὐνή Id.Ant.424; χώματα κεινά, = κενοτάφια, Hdt.9.85; κ. τάφος E.Hel.1057; κατέθισαν ἐπὶ κενευϜῶν (sc. τάφων gen. sg.) Schwyzer l.c. (Cypr.); κ. χρόνος a pause in music, Anon.Bellerm.83; σφυγμὸς κ. Agathin. ap. Gal.8.936; of wool and wine, dub. sens. in Archig. ap. Gal.8.945; τὸ κ. the void of space, Democr.9, Meliss.l.c., Emp.13,al., Epicur.Ep.1p.6U., etc.; τὸ κ., = τόπος ἐστερημένος σώματος, Arist.Ph.208b26, cf.213a13 sqq., Cael.279a13; κ. χώρα Pl.Ti.58a; ἢν κενεὸν λάβῃ [ἡ διακοπή] if it penetrates the (brain-) cavity, Hp.Aph. l.c.; esp.Astrol., not occupied by a planet, κ. δρόμος Man.2.452, cf. Vett. Val.94.27; cf. κενοδρομέω.

2. empty, fruitless, void, κενὰ εὔγματα εἰπών Od.22.249 (v. supr.); ἐλπίς, ἐλπίδες, Simon.5.16, A.Pers.804; γνώμα Pi.N.4.40, cf. S.Ant.753; ἔξοδοι Id.Aj.287; φροντίδες Id.Fr.949; τέρψις ib.577; φόβοι E.Supp.548, cf.X.An.2.2.21; φρόνημα Pl.R.494d, etc.; κ. πρόφασις καὶ ψευδής D.18.150; λοιδορία κ. Id.2.5; μάταιον καὶ κ. ib.12; κενὸν ἆρα καὶ τὸ φάρμακον πρὸς τὸ κ. prob. in Men.530.19; ἀπόντων κενὴν κατηγορεῖν bring an idle charge, Arist.Resp.470b12; ineffectual, λύγξ Th.2.49; πουλυμαθημοσύνης, τῆς οὐ κενεώτερον ἄλλο Timo l.c.; πολλὰ κ. τοῦ πολέμου Arist.EN1116b7; κ. δόξαι Epicur. Sent.15; ἐπιθυμίαι, opp. φυσικαί, Id.Ep.3p.62U., Diog.Oen.59; κ. ὀρέξεις Metrod.Herc.831.16; freq.in adverbial usages, neut.pl., κενεὰ πνεύσαις Pi.O.10(11).93; ἡ διὰ κενῆς ἐπανάσεισις τῶν ὅπλων empty flourishing of arms, Th.4.126; διὰ κενῆς ῥίπτειν throw without a projectile, Arist.Pr.881a39; κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως to no purpose, Ar. V.929; μάτην διὰ κ. Pl.Com.174.21; οὐ μαχοῦμαί σοι διὰ κ. Men.Sam. 260; ἐν κενοῖς S.Aj.971; κατὰ κενῆς Procl.in Ti.2.167 D.; εἰς κενόν D.S. 19.9, Hld.10.30; εἰς κ. ἡ δαπάνη IG14.1746; εἰς κ. μοχθεῖν Men.Mon. 51; κατὰ κενοῦ χανεῖν Suid.s.v. λύκος ἔχανεν; κατὰ κενοῦ φέρειν τὰς χεῖρας Ph.1.153; κατὰ κ. βαίνειν, = κενεμβατεῖν, Plu.2.463c: regul. Adv. κενῶς, διαλεκτικῶς καὶ κ. Arist.de An.403a2; λογικῶς καὶ κ. Id.EE1217b21; μὴ κ. πόνει Men.1101, cf. Epicur.Ep.3p.61U., Polystr. p.7 W., Arr.Epict.2.17.6, Plu.2.35e.

II. of persons and things,

1. c.gen., destitute, bereft, τοῦ νοῦ S.OC931; φρενῶν Id.Ant.754; δακρύων E.Hec.230; συμμάχων κ. δόρυ Id.Or.688; πεδίον κ. δένδρων Pl.R.621a; κ. φρονήσεως, ἐπιστήμης, Id.Ti.75a, R.486c; κ. πόνου without the fruits of toil, A.Fr.241.

2. abs., empty-handed, αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι Il.2.298, cf. Od.15.214; ἀπίκατο, οἱ μὲν κεινοί, οἱ δὲ φέροντες κτλ. Hdt.7.131; κενὸς κενὸν καλεῖ A.Th.353 (lyr.); ἥκεις οὐ κενή S.OC359, cf.Tr.495; οὐθ’ ὑπεργέμων . . οὔτε κ. Alex.216; of camels, without burdens, unloaded, opp. ἔγγομοι, OGI629.166 (Pal- myra, ii A.D.); κ. ἂν ἴῃ . . , κ. ἄπεισιν Pl.R.370e; κ. τινὰ ἐξαποστεῖλαι LXX Ge.31.42; bereft of her mate, λέαινα S.Aj.986; orphan, Ἔρωτες Bion 1.59; ὑπ’ ἄσθματος κενοί exhausted . . , A.Pers.484; of places, without garrison, χῶραι Aeschin.3.146, cf. Hdt.5.15; of the body, without flesh, Plu.2.831c.

b. devoid of wit, vain, pretentious, κεινὸς εἴην Pi.O.3.45; διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί S.Ant.709; ἀνόητον καὶ κ. Ar.Ra.530, cf.Ep.Jac.2.20.

III. Comp. and Sup., κενότερος Stratt.10 D.; -ότατος D.27.25, Phld.Rh.1.67 S., al., cf. Choerob.in Theod.2.76, EM275.50; κενώτερος, -ώτατος, Pl.Smp.175d, v.l. in Arist.EN1107a30 (Comp.); κενεώτερος Timo (v. supr.); κενεώτατος v.l. in Hp.Acut.62.





par Kit @ 23/06/2014 10:07 pm


Name: Remember me
E-mail: (optional)
Smile:smile wink wassat tongue laughing sad angry crying 
Captcha
CAPTCHA, click to refresh
Powered by CuteNews